Ιστορία-Ελληνιστική εποχή - Η εποχή της μεγάλης ακμής
- flora pari panigiri papanikolaou
- Apr 9, 2021
- 10 min read
Μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου οι Ρόδιοι εκδίωξαν τη μακεδονική φρουρά και απελευθέρωσαν την πόλη από τη μακεδονική κηδεμονία[71]. Μερικά χρόνια αργότερα (316 π.Χ.) η πόλη της Ρόδου έπαθε μεγάλη καταστροφή, καθώς μια ανοιξιάτικη χαλαζοθύελλα προκάλεσε πλημμύρα, που κατέστρεψε πολλά κτίρια και οδήγησε στον θάνατο περισσότερα από 500 άτομα [72].
Στους πολέμους των Διαδόχων του Μεγάλου Αλεξάνδρου η Ρόδος εμπλέκεται για πρώτη φορά το 315 π.Χ. αναλαμβάνοντας την κατασκευή πλοίων για τον Αντίγονο[73]. Αλλά και το 313 π.Χ. οι Ρόδιοι συμμάχησαν με τον Αντίγονο παρέχοντάς του 10 πλήρως εξοπλισμένα πλοία για την εκστρατεία απελευθέρωσης των Ελληνικών πόλεων[74]. Όμως το 307 π.Χ., οι Ρόδιοι δεν εισάκουσαν την εντολή του Δημητρίου, γιου του Αντιγόνου, που τους καλούσε να συμμετάσχουν στον πόλεμο κατά του Πτολεμαίου, καθώς προτιμούσαν να παραμείνουν σε ειρήνη με όλους[75].
Ήταν πολιτική στάση του κράτους των Ροδίων να κάνει συμφωνίες φιλίας με όλους τους ηγεμόνες και να παραμένει ουδέτερη στους μεταξύ τους πολέμους. Ωστόσο, είχε ισχυρούς εμπορικούς δεσμούς με το βασίλειο των Πτολεμαίων στην Αίγυπτο - πάνω σε αυτούς τους δεσμούς βασιζόταν ένα μεγάλο μέρος των εσόδων της - ενώ παράλληλα η Αίγυπτος ήταν ο βασικός τροφοδότης της Ρόδου. Ήταν λοιπόν αδιανόητο για τους Ροδίους να στραφούν «ελαφρά τη καρδία» κατά του Πτολεμαίου. Όταν οι Ρόδιοι αρνήθηκαν να λάβουν μέρος στον πόλεμο του Αντιγόνου κατά του Πτολεμαίου, ο Αντίγονος έστειλε έναν στόλο στην περιοχή, με την εντολή να συλλαμβάνεται κάθε εμπορικό πλοίο που κινείται από τη Ρόδο στην Αίγυπτο και να κατάσχεται το φορτίο του. Οι Ρόδιοι, όπως ήταν φυσικό, τον εκδίωξαν, όμως αυτό προκάλεσε την οργή του Αντιγόνου, που τους απείλησε ότι θα πολιορκήσει την πόλη. Οι Ρόδιοι ψήφισαν τότε να τιμήσουν τον Αντίγονο και του απέστειλαν πρέσβεις, παρακαλώντας τον να μην τους εξαναγκάσει να κηρύξουν τον πόλεμο στον Πτολεμαίο, παραβιάζοντας τις συνθήκες τους. Ο Αντίγονος όμως, τους έδωσε μια πολύ σκληρή απάντηση και απέστειλε τον Δημήτριο με ισχυρό στρατό στα απέναντι μικρασιατικά παράλια. Η κίνηση αυτή φόβισε τους Ροδίους, που αποδέχτηκαν να πολεμήσουν στο πλευρό του. Όμως τότε, ο Δημήτριος ζήτησε 100 επιφανείς πολίτες ως ομήρους και να γίνει δεκτός ο στόλος του στα λιμάνια της Ρόδου. Οι Ρόδιοι υποπτεύθηκαν τον πραγματικό σκοπό αυτής της απαίτησης και θεωρώντας την ως μια δολοπλοκία κατά της πόλης τους, αποφάσισαν να προετοιμαστούν για μια πολιορκία.[76]
Αυτά λοιπόν ήταν τα γεγονότα που οδήγησαν στη μεγάλη πολιορκία της Ρόδου το 305 π.Χ. Η πολιορκία διήρκεσε έναν χρόνο, κατά τον οποίο το στράτευμα του Δημητρίου χρησιμοποίησε κάθε είδους πολιορκητική μηχανή και πολιορκητική τεχνική, αλλά οι Ρόδιοι με σθένος και αποφασιστικότητα κατάφεραν να ανταπεξέλθουν. Πολύ σημαντική ήταν η συμβολή του ροδιακού ναυτικού, που χάρη στην ικανότητά του κατάφερε πολλές φορές να ισοσταθμίσει την αριθμητική υπεροχή του αντιπάλου. Σε αυτόν τον αγώνα η Ρόδος έλαβε βοήθεια από τους άλλους Διαδόχους - Πτολεμαίο, Κάσσανδρο, Λυσίμαχο - κυρίως όμως από τον Πτολεμαίο. Τελικά με την παρότρυνση πολλών ελληνικών πόλεων οι δυο πλευρές τελικά συνθηκολόγησαν.
Οι όροι ήταν οι εξής:[77]
η Ρόδος θα παρέμενε αυτόνομη και αφρούρητη και θα είχε τις δικές της προσόδους.
οι Ρόδιοι θα ήταν σύμμαχοι του Αντιγόνου· εκτός αν πολεμούσε κατά του Πτολεμαίου.
οι Ρόδιοι θα έδιναν 100 ομήρους της επιλογής του Δημητρίου[σημ. 15], εξαιρουμένων των αξιωματούχων.
Με το τέλος της πολιορκίας οι Ρόδιοι τίμησαν όσους διακρίθηκαν και απελευθέρωσαν και έκαναν πολίτες τους δούλους που πολέμησαν με γενναιότητα. Έστησαν ανδριάντες για τον Κάσσανδρο και τον Λυσίμαχο. Τον Πτολεμαίο θέλησαν να τον τιμήσουν ακόμα περισσότερο. Έστειλαν ιερή πρεσβεία στο μαντείο του Άμμωνα ρωτώντας αν τους συμβούλευε να τον τιμήσουν ως θεό. Όταν πήραν θετική απάντηση, έχτισαν προς τιμήν του το Πτολεμαίον, ένα τεράστιο τετράγωνο τέμενος, μήκους ενός σταδίου σε κάθε πλευρά.[78] Και εφεξής ο Πτολεμαίος έλαβε από τους Ροδίους το επίθετο ο Σωτήρ[79].
Στον απόηχο της μεγάλης πολιορκίας, οι Ρόδιοι πήραν μια απόφαση που άφησε το σημάδι της, όχι μόνο στην ιστορία της Ρόδου, αλλά και στην παγκόσμια ιστορία. Εκποίησαν τις πολιορκητικές μηχανές που άφησε ο Δημήτριος στη Ρόδο μετά την πολιορκία και, με τα 300 τάλαντα που συγκέντρωσαν, αποφάσισαν να τιμήσουν τον προστάτη του τόπου τους, τον θεό Ήλιο. Ανέθεσαν λοιπόν, σε έναν μαθητή του Λυσίππου, τον γλύπτη Χάρη τον Λίνδιο τη δημιουργία ενός γιγαντιαίου χάλκινου αγάλματος του θεού, τον Κολοσσό του Ήλιου.
Οι πληροφορίες σχετικά με τη Ρόδο τα επόμενα χρόνια είναι αποσπασματικές. Οι Ρόδιοι βοήθησαν οικονομικά τους κατοίκους της Πριήνης στον αγώνα τους ενάντια στον τύραννο Ιέρωνα· έδωσαν άτοκο δάνειο 100 χρυσών ταλάντων στους Αργείους για να επισκευάσουν τα τείχη τους· στα χρόνια αυτά αφιέρωσε «βουκέφαλα» και όπλα στον ναό της Λινδίας Αθηνάς ο βασιλιάς Πύρρος· στον Χρεμωνίδειο Πόλεμο η Ρόδος συνασπίστηκε με την Αθήνα, την Σπάρτη και τον βασιλιά Πτολεμαίο Β΄ κατά του βασιλιά της Μακεδονίας, Αντιγόνου Β΄· κατά τη διάρκεια του Β΄ Συριακού πολέμου ο Ρόδιος ναύαρχος Αγαθόστρατος νίκησε στη ναυμαχία της Εφέσου τον ναύαρχο του Πτολεμαίου, τον Χρεμωνίδη.[80]
Περίπου το 226 π.Χ. η Ρόδος συγκλονίστηκε από έναν μεγάλο σεισμό, που κατέστρεψε τον Κολοσσό, το μεγαλύτερο μέρος των τειχών και τα νεώρια. Όπως λέει όμως ο Πολύβιος, οι Ρόδιοι μετέτρεψαν την ατυχία σε ευκαιρία: απέστειλαν πρεσβείες σε άλλα κράτη που περιέγραφαν με τα μελανότερα χρώματα την κατάσταση, καταφέρνοντας έτσι να κερδίσουν τη συμπόνια των ακροατών τους, που ανταποκρίθηκαν με γενναιοδωρία:[81]
Ο Ιέρων και ο Γέλων ανταποκρίθηκαν με οικονομική βοήθεια συνολικής αξίας 100 ταλάντων· 75 τάλαντα για το λάδι που χρησιμοποιούταν στο γυμνάσιο, αργυρές υδρίες και λέβητες με τις βάσεις τους, και 10 τάλαντα για την αύξηση του πληθυσμού. Επιπλέον, έδωσαν φοροαπαλλαγές στους Ροδίους εμπόρους στα λιμάνια τους, ενώ δώρισαν επίσης και 50 καταπέλτες. Και αφού έδωσαν αυτά, έστησαν ένα άγαλμα στο Δείγμα της Ρόδου που παρίστανε τον Δήμο Συρακουσίων να στεφανώνει τον Δήμο Ροδίων.
Ο Πτολεμαίος Γ΄ ανταποκρίθηκε με 300 αργυρά τάλαντα, 1 εκατομμύριο αρτάβες σιτηρών, ξυλεία για 10 πεντήρεις και 10 τριήρεις, 1.000 τάλαντα χάλκινων νομισμάτων, 3.000 στουπιά, 3.000 κομμάτια υφασμάτων για ιστία, 3.000 τάλαντα για την επισκευή του Κολοσσού, 100 τεχνίτες και 350 εργάτες και 14 τάλαντα ετησίως για τους μισθούς τους. Επίσης, έδωσε 12.000 αρτάβες σιτηρών για τους αγώνες και τις θυσίες, καθώς και 20.000 αρτάβες για την τροφοδοσία 10 τριήρεων.
Ο Αντίγονος Β΄ προσέφερε 10.000 κομμάτια ξυλείας, 5.000 δοκούς, 3.000 τάλαντα σιδήρου, χίλια τάλαντα πίσσας και 1.000 αμφορείς ωμής πίσσας καθώς και 100 αργυρά τάλαντα. Η γυναίκα του, η Χρυσηίδα, προσέφερε 100.000 αρτάβες σιτηρών και 3.000 τάλαντα μολύβδου.
Ο Σέλευκος Γ΄ προσέφερε φοροαπαλλαγές για τους Ροδίους εμπόρους στα λιμάνια του, 10 έτοιμες πεντήρεις, 200.000 αρτάβες σιτηρών, 10.000 πήχεις ξυλείας και 1.000 τάλαντα ρετσίνας και τρίχας.
Ανάλογη βοήθεια προσέφεραν και ο Προυσίας Α΄, ο Μιθριδάτης Β΄ και δυνάστες όπως ο Λυσανίας, ο Ολύμπιχος και ο Λυμναίος. Και πάρα πολλές πόλεις προσέφεραν βοήθεια, κάθε πόλη ανάλογα με τις δυνατότητές της.
Τα επόμενα χρόνια πάντως η Ρόδος συνεχίζει να ακμάζει. Ενδεικτική μαρτυρία αυτής της ακμής αποτελεί το γεγονός ότι ήταν ο ροδιακός στόλος που τερμάτισε τις πειρατικές επιδρομές του Δημητρίου του Φάριου στο Αιγαίο[82]. Το ίδιο έτος (220 π.Χ.) περιγράφεται ένα ακόμα περιστατικό που μαρτυρεί αυτήν την ακμή, με την εμπλοκή της Πολιτείας της Ρόδου στην απόφαση της πόλης του Βυζαντίου να επιβάλει φόρο στα αγαθά που προέρχονταν από τον Εύξεινο Πόντο. Όσοι θίγονταν από αυτήν την απόφαση ζήτησαν την παρέμβαση της Ρόδου, που αναγνωριζόταν ως θαλασσοκράτειρα δύναμη. Οι Ρόδιοι και οι σύμμαχοί τους απέστειλαν πρέσβεις στο Βυζάντιο, αλλά οι Βυζαντινοί επέμειναν στην απόφασή τους. Μετά την επιστροφή της πρεσβείας, ψηφίστηκε αμέσως η κήρυξη πολέμου κατά του Βυζαντίου. Οι Ρόδιοι κάλεσαν τον βασιλιά Προυσία Α΄ της Βιθυνίας να συμμετάσχει στον πόλεμο και αυτός άρπαξε αμέσως την ευκαιρία να επιτεθεί στους γείτονές του. Βυζαντινοί και Βιθύνιοι ξεκίνησαν τις εχθροπραξίες στα πεδία των μαχών, ενώ οι Ρόδιοι, κινούμενοι στο πεδίο της διπλωματίας, κατάφεραν να εξασφαλίσουν τη φιλία του Σελευκίδη ηγεμόνα Αχαιού, τον οποίο φιλοδοξούσαν να κάνουν σύμμαχό τους στον πόλεμο οι Βυζαντινοί. Τελικά, η παρέμβαση του Γαλάτη βασιλιά Καβάρου κατάφερε να οδηγήσει σε συνθήκη ειρήνης μεταξύ των εμπόλεμων πλευρών.[83] Περίπου στο ίδιο χρονικό διάστημα, ο βασιλιάς του Πόντου Μιθριδάτης Δ΄ κήρυξε τον πόλεμο στη Σινώπη και οι πολίτες της στράφηκαν στη Ρόδο για βοήθεια. Οι Ρόδιοι ανταποκρίθηκαν παραδίδοντας στην πρεσβεία των Σινωπίων εφόδια αξίας 140.000 δραχμών.[84]
Στον λεγόμενο Δεύτερο Συμμαχικό Πόλεμο οι Ρόδιοι αναλαμβάνουν ρόλο μεσολαβητή και από κοινού με άλλους προσπαθούν να πείσουν τον Μακεδόνα βασιλιά Φίλιππο Ε΄ να κάνει ειρήνη με τους Αιτωλούς[85]· τον ίδιο ρόλο ανέλαβαν και στον Πρώτο Μακεδονικό Πόλεμο απευθυνόμενοι στους Αιτωλούς[86].
Περί το 205/204 π.Χ. οι Ρόδιοι ενεπλάκησαν στον Κρητικό πόλεμο, πολεμώντας ενάντια σε Κρήτες πειρατές που διατάρασσαν το εμπόριο στην περιοχή[87]. Οι Κρήτες είχαν τη μυστική υποστήριξη του βασιλιά Φιλίππου Ε΄, που απέστειλε προς ενίσχυσίν τους 20 πλοία υπό τον Δικαίαρχο τον Αιτωλό[88]. Σε μια άλλη πράξη δολοπλοκίας κατά των Ροδίων ο Φίλιππος, απέστειλε τον Ηρακλείδη τον Ταραντίνο στη Ρόδο με σκοπό να καταστρέψει τον ροδιακό στόλο[89]. Ο Ηρακλείδης κατάφερε να κάμψει την αρχική καχυποψία των πρυτάνεων της Ρόδου αποκαλύπτοντας την υποστήριξη του Φιλίππου στους Κρήτες πειρατές και όταν η επιτήρησή του χαλάρωσε, κατάφερε να διεισδύσει στον φρουρούμενο πολεμικό λιμένα και με εμπρησμό να καταστρέψει ένα τμήμα του ροδιακού στόλου[90]. «Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι» ήταν η κατάληψη της Κίου (202 π.Χ.) από τον στρατό του Φιλίππου· η πράξη αυτή θεωρήθηκε προδοσία από τους Ροδίους που άρχισαν να αντιμετωπίζουν τον Μακεδόνα βασιλιά ως εχθρό[91]. Έτσι, βρέθηκαν να πολεμούν εναντίον του στον Δεύτερο Μακεδονικό Πόλεμο· σε αυτόν τον πόλεμο κατάφεραν νίκες - όπως στη ναυμαχία της Χίου - αλλά και υπέστησαν και απώλειες - ο Φίλιππος εκστράτευσε στην Καρία και κατάφερε να καταλάβει αρκετές πόλεις της Ροδιακής Περαίας[92]. Μετά την εμπλοκή των Ρωμαίων στον πόλεμο αυτόν (200 π.Χ.) έγινε μια προσπάθεια συνθηκολόγησης σε μια σύνοδο στην πόλη Νίκαια της Λοκρίδας, στην οποία ο ναύαρχος Ακεσίμβροτος εκπροσώπησε τη Ρόδο (198/197 π.Χ.)[93]. Η αποτυχία της συνόδου οδήγησε στην ήττα του Φιλίππου στη μάχη στις Κυνός Κεφαλές (197 π.Χ.) και την κήρυξη της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας όλων των Ελληνικών πόλεων στα Ίσθμια (Ιούλιος 196 π.Χ.)[93].
Η συρρίκνωση της δύναμης του Φιλίππου έδωσε τον απαραίτητο χώρο στον Σελευκίδη βασιλιά Αντίοχο Γ΄ να επεκταθεί· αρχικά στη Μικρά Ασία και στη συνέχεια και στην Ελλάδα. Αυτή η επέκταση οδήγησε στον Γ΄ Συριακό πόλεμο, στον οποίο έλαβε μέρος και η Ρόδος, συμμαχώντας με τον βασιλιά της Περγάμου Άτταλο Α΄ και τους Ρωμαίους. Ο τερματισμός του πολέμου, που επικυρώθηκε με τη συνθήκη της Απάμειας (189/188 π.Χ.), είχε ως αποτέλεσμα η Πολιτεία της Ρόδου να φτάσει στο σημείο της μεγαλύτερης εδαφικής της έκτασης, επεκτεινόμενη στη Μικρά Ασία, όπου πέρα από την Περαία, που αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα του κράτους της, έλαβε τη διοίκηση όλων των πόλεων της Καρίας και της Λυκίας[94][95].
Ωστόσο, οι νέες κτήσεις φέρνουν μεγάλα προβλήματα για τη Ρόδο. Υποκινούμενοι και από εξωτερικούς παράγοντες οι Λύκιοι αρνούνται να δεχτούν τη ροδιακή κυριαρχία και εξεγείρονται. Μέσα στα επόμενα 20 χρόνια οι Ρόδιοι θα πρέπει να καταστέλλουν διαρκώς τις εξεγέρσεις των Λυκίων, γεγονός που θα εξαντλήσει οικονομικά το κράτος τους. Μάλιστα, ο Πολύβιος σχολιάζει πως οι Ρωμαίοι φαίνεται να επιθυμούσαν, μέσω αυτής της διαμάχης με τους Λυκίους, να εξασθενίσουν οικονομικά τη Ρόδο.[96][97][98]
Και κατά τον Τρίτο Μακεδονικό Πόλεμο ο Ρόδιοι υποστήριξαν τους Ρωμαίους με τον στόλο τους. Ωστόσο, ο Μακεδόνας βασιλιάς Περσέας κατάφερε να δημιουργήσει μια φιλομακεδονική μερίδα στους πολιτικούς της Ρόδου. Λίγο πριν τη λήξη του πολέμου οι Ρόδιοι αποφάσισαν να αποστείλουν πρέσβεις στη Ρώμη και στη Μακεδονία για να εισηγηθούν την ειρήνη. Ωστόσο, η πρεσβεία έφτασε στη Ρώμη μετά την ήττα του Περσέα και δέχτηκαν μια ψυχρολουσία από τη Σύγκλητο, που γνώριζε τη δράση της φιλομακεδονικής μερίδας στη Ρόδο και τους δήλωσε «πως δεν επιθυμούσαν πραγματικά το τέλος του πολέμου, αλλά ήθελαν μόνο να σώσουν τον Περσέα».[99][100][101][102] Τα επόμενα χρόνια οι Ρόδιοι προσπαθούν επανειλημμένα να κατευνάσουν τους Ρωμαίους, που αντιμετωπίζουν τους Ροδίους με ψυχρότητα[σημ. 16]. Σε κάποιο σημείο μάλιστα, ο πραίτορας Μάρκος Ιουβέντιος Θαλνάς κάλεσε τον λαό σε εκκλησία και πρότεινε την κήρυξη πολέμου στη Ρόδο. Ευτυχώς, ο τριβούνος Αντώνιος τον κατέβασε από το βήμα, όμως η Σύγκλητος πήρε αυστηρές αποφάσεις κατά της Ρόδου. Αρχικά, έχασε τις πόλεις τις Καρίας και της Λυκίας που της είχαν παραχωρηθεί με τη συνθήκη της Απάμειας. Το πιο σημαντικό πλήγμα ήταν η κήρυξη ατέλειας για το λιμάνι της Δήλου, γεγονός που οδήγησε αμέσως σε μαρασμό το εμπόριο της Ρόδου. Στη συνέχεια, όταν έμαθαν για τις εξεγέρσεις στην Καύνο[σημ. 17] και τη Στρατονίκεια, οι Ρωμαίοι διέταξαν την απομάκρυνση των ροδιακών φρουρών, παρότι οι δυο πόλεις ανήκαν στη Ροδιακή Περαία. Μετά από αλλεπάλληλες πρεσβείες των Ροδίων, με τη θετική μαρτυρία του Τιβέριου Γράκχου, που βεβαίωσε ότι οι Ρόδιοι είχαν υπακούσει όλες τις προσταγές της Συγκλήτου και ότι όλοι οι υποστηρικτές του Περσέα συνελήφθησαν και θανατώθηκαν, η Σύγκλητος αποδέχτηκε να αναγνωρίσει τη Ρόδο ως σύμμαχο της Ρώμης.[103][104][105] Έτσι λοιπόν το 164 π.Χ., η Ρόδος, που μέχρι τότε διατηρούσε φιλικές σχέσεις με όλα τα ισχυρά κράτη χωρίς να δεσμεύεται από όρκους συμμαχίας μαζί τους, αναγνωρίζεται ως φίλη και σύμμαχος της Ρώμης. Αποδεχόμενη πως στο εξής θα έχει «κοινούς φίλους και εχθρούς» με τη Ρώμη, χάνει εκ των πραγμάτων την ανεξαρτησία της, αν και θα διατηρήσει την αυτονομία της για ένα αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα.
Προσπαθώντας να προσαρμοστεί στη νέα πραγματικότητα και να ανακάμψει από την καταστροφή που υπέστη τα προηγούμενα χρόνια, η Ρόδος ζητά την άδεια της Συγκλήτου για να βοηθήσει την Κάλυνδα που είχε εξεγερθεί και πολιορκούταν από την Καύνο. Επίσης ζητά να επιτραπεί στους Ροδίους που έχουν περιουσία στην Καρία και τη Λυκία να τη διατηρήσουν όπως πριν· για να «καλοπιάσουν» τους Ρωμαίους ψήφισαν να στήσουν ένα κολοσσιαίο άγαλμα του Δήμου της Ρώμης ύψους 30 πήχεων στο ναό της Αθηνάς. Με τη θετική απάντηση της Συγκλήτου, η Ρόδος έστειλε στρατό και οι Καύνιοι αναγκάστηκαν να λύσουν την πολιορκία· έτσι η Κάλυνδα πέρασε υπό την προστασία της Ρόδου.[106] Το 155 π.Χ. η πάλαι θαλασσοκράτειρα Πολιτεία των Ροδίων προσπαθώντας να προστατέψει το εμπόριό της από τη δράση των πειρατών εμπλέκεται στον Δεύτερο Κρητικό Πόλεμο, όμως μετά από μια ολέθρια ναυμαχία αναγκάζεται να ζητήσει τη συνδρομή της Ρώμης για τη λήξη του πολέμου[107][108].
Και παρότι τα επόμενα χρόνια περιορίζεται να βοηθά στρατιωτικά τη Ρώμη στους πολέμους της, η Ρόδος εξακολουθεί να διατηρεί την αίγλη ενός μεγάλου πνευματικού κέντρου· από τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. μέχρι τα μέσα του 1ου αιώνα π.Χ. δραστηριοποιούνται στη Ρόδο μερικοί από τους σπουδαιότερους φιλοσόφους και ρήτορες της εποχής: Ίππαρχος ο Ρόδιος, Παναίτιος, Ποσειδώνιος ο Ρόδιος, Απολλώνιος ο Μαλακός, Απολλώνιος ο Μόλων, Ανδρόνικος ο Ρόδιος και Γέμινος ο Ρόδιος. Στη Ρόδο σπούδασαν πολλοί Ρωμαίοι, όπως ο ρήτορας Κικέρωνας, ο ποιητής Λουκρήτιος, ο Ιούλιος Καίσαρας και ο Γάιος Κάσσιος Λογγίνος.
Η συμμαχία της Ρόδου με τη Ρώμη θα αποτελέσει την αιτία της δεύτερης μεγάλης πολιορκίας της ιστορίας της από τον βασιλιά του Πόντου Μιθριδάτη ΣΤ΄ (88 π.Χ.) στα πλαίσια του Α΄ Μιθριδατικού Πολέμου. Για άλλη μια φορά, οι Ρόδιοι θα καταφέρουν να ανταπεξέλθουν σε μια πολιορκία από έναν αντίπαλο που διαθέτει μεγαλύτερο στρατό και θα τον αναγκάσουν να εγκαταλείψει την προσπάθειά του. Και στη συνέχεια, θα βοηθήσουν τους Ρωμαίους με το ναυτικό τους, μέχρις ότου να αναγκαστεί ο Πόντιος βασιλιάς να συνθηκολογήσει (86/85 π.Χ.). Αλλά και μερικά χρόνια αργότερα, οι Ρόδιοι θα σταθούν αρωγοί του Ρωμαίου ανθυπάτου Πομπήιου στην εκστρατεία του για την εκκαθάριση της Μεσογείου από τους πειρατές (67 π.Χ.).[109]
Ο ρωμαϊκός εμφύλιος μετά τη δολοφονία του Ιουλίου Καίσαρα έγινε η αιτία της μεγαλύτερης λαφυραγώγησης στην ιστορία της Ρόδου (42 π.Χ.). Οι Ρόδιοι έδωσαν πλοία στον Ρωμαίο Δολαβέλλα που πολεμούσε στο πλευρό των τριάνδρων Μάρκου Αντωνίου, Λέπιδου και Οκταβιανού. Λίγο αργότερα αρνήθηκαν να κάνουν το ίδιο για τον Κάσσιο Λογγίνο, που μετά τη νίκη του επί του Δολαβέλλα, κινήθηκε οργισμένος κατά της Ρόδου. Οι Ρόδιοι απέστειλαν τον Αρχέλαο, που ήταν δάσκαλος του Κάσσιου τον καιρό που σπούδαζε στη Ρόδο, για να τον κατευνάσει και να τον πείσει να μην επιτεθεί στη Ρόδο. Αυτό όμως δεν κατέστη δυνατό και μετά από την ήττα των Ροδίων στη ναυμαχία της Μύνδου, ο Κάσσιος πολιόρκησε τη Ρόδο από ξηρά και θάλασσα. Αυτήν τη φορά όμως, η Ρόδος ήταν παντελώς απροετοίμαστη για να ανταπεξέλθει σε μια πολιορκία και έτσι οι Ρόδιοι παραδόθηκαν. Ο Κάσσιος μπήκε στην πόλη, καταδίκασε σε θάνατο 75 άτομα, άδειασε όλους τους ναούς από όσο χρυσό και άργυρο είχαν και διέταξε τους ιδιώτες να του παραδώσουν τα χρήματά τους.[110]
Η Νίκη της Σαμοθράκης θεωρείται πιθανό έργο Ροδίων γλυπτών (Μουσείο του Λούβρου).





Comments