Ιστορία-Ιπποτοκρατία
- flora pari panigiri papanikolaou
- Apr 9, 2021
- 3 min read
Απεικόνιση της πόλης της Ρόδου, Konrad von Grünenberg (1487)
Στην πολυτάραχη περίοδο των αρχών του 14ου αιώνα για την Βυζαντινή αυτοκρατορία, ο Γενουάτης Βινιόλο Βινιόλι (Vignolo Vignoli), που κατείχε κτήματα στην Κω, τη Λέρο και στη Λάρδο της Ρόδου, έκανε συμφωνία με τον μεγάλο μάγιστρο των Ιωαννιτών Ιπποτών Φουλκ ντε Βιλαρέ για να καταλάβουν μαζί τη Ρόδο και τα γύρω νησιά (17 Μαΐου 1306). Η συμφωνία προέβλεπε πως ο Βινιόλι θα παραχωρούσε τα κτήματα του σε Κω και Λέρο στους Ιππότες, θα διατηρούσε όμως τη Λάρδο και ένα ακόμα κτήμα της επιλογής του στη Ρόδο. Επίσης, οι φόροι θα διανέμονταν κατά 1/3 στον Βινιόλι και κατά 2/3 στους Ιωαννίτες. Έτσι λοιπόν, στις 23 Ιουνίου 1306 οι δυνάμεις των Ιωαννιτών απέπλευσαν από την Λεμεσό της Κύπρου - όπου βρισκόταν το Τάγμα από το 1291 - και κατέλαβαν πρώτα το Καστελλόριζο. Οι πρώτες τους επιχειρήσεις σε Ρόδο και Κω δεν ήταν επιτυχείς. Στις 20 Σεπτεμβρίου κατέλαβαν το κάστρο Φαρακλού και στις 11 Νοεμβρίου το φρούριο του Φιλερήμου. Μέχρι τον Μάρτιο/Απρίλιο του 1307 οι Ιππότες είχαν επιχειρήσει, ανεπιτυχώς, τρεις φορές να καταλάβουν την πόλη της Ρόδου. Οι Ιωαννίτες ζήτησαν από τον αυτοκράτορα Ανδρόνικο Β΄ να τους παραχωρήσει τη Ρόδο αναγνωρίζοντας την επικυριαρχία του και σε αντάλλαγμα εκείνοι θα του παρείχαν ιππότες όποτε εκείνος τους ζητούσε - ο αυτοκράτορας όμως αρνήθηκε και διέταξε την προετοιμασία ενισχύσεων για τη Ρόδο. Ο Βιλαρέ έφυγε από τη Ρόδο τον Αύγουστο του 1307 και ταξίδεψε στη Δύση εξασφαλίζοντας υποστήριξη για το σκοπό του. Παρέμεινε στη Δύση για 2 χρόνια - στο διάστημα αυτό οι Ιωαννίτες είχαν κατακτήσει όλη την ύπαιθρο, αλλά όχι την πόλη της Ρόδου και επιστρέφοντας έφερε μαζί του μεγάλες ενισχύσεις. Τελικά, η πόλη της Ρόδου παραδόθηκε στις 15 Αυγούστου 1309.[σημ. 23][125]
Τη Ρόδο κυβέρνησαν, από το 1309 έως το 1522, 19 συνολικά Μεγάλοι Μάγιστροι, οι ακόλουθοι[126]: Φουλκ ντε Βιλλαρέ, Ελιόν ντε Βιλλενέβ, Θεόδοτος ντε Γκοζόν, Πέτρος ντε Κορνελιάν, Ρογήρος ντε Πεν, Ραϋμόνδος Μπερανζέ, Ροβέρτος ντε Ζιλλιάκ, Φερδινάνδος ντε Ερέντια, Φιλιμπέρ ντε Ναλλιάκ, Αντώνιος Φλουβιάν, Ιωάννης ντε Λαστίκ, Ιάκωβος ντε Μιλλύ, Πέτρος Ραϋμ. Ζακώστα, Ιωάννης Μπατίστα Ορσίνι, Πέτρος ντ' Ομπουσόν, Εμερύ ντ' Αμπουάζ, Γκυ ντε Μπλανσεφόρ, Φαμπρίκιος Καρρέττο, και Φίλιππος Βιλλιέ ντε Λίσλ-Αντάμ.
Κατά τη διάρκεια της παραμονής των Ιπποτών στη Ρόδο, οι οχυρώσεις επεκτάθηκαν, εκσυγχρονίσθηκαν και συνεχώς ενισχύονταν. Ένα νοσοκομείο, ένα παλάτι, αρκετές εκκλησίες ήταν ορισμένα από τα πολλά δημόσια κτίρια τα οποία ανεγέρθηκαν την εποχή αυτή. Τα κτίρια αυτά αποτελούν αξιοσημείωτα παραδείγματα της Γοτθικής και Αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής. Παρ' όλες τις προστριβές που υπήρχαν με την Οθωμανική Αυτοκρατορία, το θαλάσσιο εμπόριο αποτελούσε πηγή πλούτου και οι αγορές της πόλης ήταν ακμάζουσες. Την περίοδο της κατοχής των Ιπποτών το νησί της Ρόδου διήγε περίοδο ακμής και οι σχέσεις μεταξύ των Ιπποτών και των ντόπιων χαρακτηρίζονταν από ανοχή και συχνά από στενή συνεργασία. Οι περισσότεροι από τους δρόμους της μεσαιωνικής πόλης συμπίπτουν με τους δρόμους της αρχαίας πόλης ενώ διατηρήθηκε η διαίρεση της πόλης σε δύο ζώνες. Το τάγμα στη Ρόδο διατηρούσε ένα πολύ καλά οργανωμένο αρχείο το οποίο περιλάμβανε έγγραφα που είχαν εκδοθεί από τις διοικητές αρχές, αλληλογραφία, νομικά έγγραφα κ.ά. Το αρχείο αυτό διατηρείται έως τις μέρες μας και σώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Μάλτας. Το αρχείο αυτό αποτελεί μια αξιόλογη πηγή πληροφόρησης για την περίοδο αυτή.
Η πόλη είχε διαιρεθεί σε δύο ζώνες με ένα εσωτερικό τείχος. Το βόρειο τμήμα το οποίο ήταν γνωστό ως Chastel, Chateau, Castrum, Castellum ή Conventus, όπου βρισκόταν το παλάτι του Μεγάλου Μαγίστρου, ο καθολικός καθεδρικός ναός και η κατοικία του καθολικού επισκόπου, τα καταλύματα των «γλωσσών», οι κατοικίες των Ιπποτών, ένα νοσοκομείο κ.ά. Το νότιο τμήμα γνωστό ως ville, burgus ή burgum ήταν η περιοχή όπου ζούσαν οι λαϊκοί και περιλάμβανε την αγορά, συναγωγές, εκκλησίες καθώς και δημόσια και εμπορικά κτίρια. Το 1522 η πόλη κατακτήθηκε από τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή.





Comments