top of page
Search

Ιστορία-Ρωμαϊκή και Βυζαντινή εποχή

  • flora pari panigiri papanikolaou
  • Apr 9, 2021
  • 6 min read

Στα χρόνια μετά τη μεγάλη καταστροφή που υπέστη η Ρόδος από τον Κάσσιο Λογγίνο, ο Οκταβιανός αναδείχθηκε μοναδικός κυρίαρχος του Ρωμαϊκού κράτους και έλαβε το όνομα Αύγουστος, εγκαινιάζοντας την περίοδο της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ευτυχώς για τη Ρόδο, ο αυτοκράτορας Αύγουστος επέτρεψε στη Ρόδο να διατηρήσει την τυπική αυτονομία της. Από το 6 π.Χ. έως το 4 μ.Χ. έζησε στο νησί, ως αυτοεξόριστος, ο διάδοχος του Αυγούστου, ο Τιβέριος.[113]

ree

Το δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. είναι μια περίοδος που η Ρόδος χάνει πολλές φορές την αυτονομία της με απόφαση του εκάστοτε αυτοκράτορα. Η αρχή γίνεται το 44, όταν ο Κλαύδιος στερεί την ελευθερία των Ροδίων, επειδή καταδίκασαν σε σταυρικό θάνατο κάποιους Ρωμαίους πολίτες. Όμως το 52, ο Νέρων τους επέτρεψε και πάλι να διοικούνται σύμφωνα με τα πατρώα έθιμα. Και ξανά, το 70 ο Βεσπασιανός στερεί την ελευθερία της Ρόδου, για να την επαναφέρει ο Τίτος το 79. Τέλος, ο Δομιτιανός τη στερεί το 81, προτού ανακαλέσει την απόφασή του.[114] Κατά την παράδοση, στο δεύτερο μισό του 1ου αιώνα μ.Χ. πέρασε από το νησί ο Απόστολος Παύλος και έθεσε τον θεμέλιο λίθο της Χριστιανικής εκκλησίας στη Ρόδο.

Το έτος 155 οι πόλεις της Καρίας, της Λυκίας, η Κως και η Ρόδος καταστράφηκαν τελείως από έναν μεγάλο σεισμό. Ο αυτοκράτορας Αντωνίνος Πίος δαπάνησε μεγάλα ποσά για την ανοικοδόμησή τους.[115] Η επόμενη πληροφορία που έχουμε για τη Ρόδο είναι πως το 269 η Ρόδος ήταν μια από τις πόλεις που δέχτηκε επιδρομή από Γότθους. Μερικά χρόνια αργότερα, το 279, ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός ένωσε οριστικά τη Ρόδο με την επαρχία των Νήσων, που υπαγόταν στη Διοίκηση της Ασίας.[116]

Έτσι, σαν μια επαρχιακή πόλη[σημ. 18] του Ρωμαϊκού κράτους, η Ρόδος περνάει στον Μεσαίωνα. Οι πληροφορίες που έχουμε για τη Ρόδο από εδώ και πέρα είναι αποσπασματικές, αφού το ενδιαφέρον των ιστορικών επικεντρώνεται στην Κωνσταντινούπολη. Το 344/345 η Ρόδος υπέστη μεγάλες καταστροφές από σεισμό· το 469/470 λεηλατήθηκε από τη φυλή των Ισαύρων· το 515 χτυπήθηκε και πάλι από σεισμό, πιο καταστρεπτικό από τον προηγούμενο. Ο αυτοκράτορας Αναστάσιος έκανε μεγάλες δωρεές για την ανακούφιση των επιζώντων και μερίμνησε για την ανοικοδόμησή της πόλης. Μια θετική αφήγηση αναφέρει πως η Ρόδος παρήγαγε καλής ποιότητας, ελαφρά βήσσαλα (τούβλα) που χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του τρούλου του ναού της Αγιά Σοφιάς.[117]

Στις αρχές του 7ου αιώνα η Βυζαντινή Αυτοκρατορία ενεπλάκη σε μια πολυετή και εξουθενωτική πολεμική σύγκρουση με την Αυτοκρατορία των Σασσανιδών. Σε μια περίοδο που οι Σασσανίδες Πέρσες προέλαυναν, σημειώνοντας απανωτές νίκες κατά των Βυζαντινών, η Ρόδος δέχτηκε επίθεση και λεηλατήθηκε από τις δυνάμεις του Χοσρόη Β΄ (620). Η αυτοκρατορία έφτασε στα πρόθυρα της κατάρρευσης, όμως, εν τέλει, ο αυτοκράτορας Ηράκλειος κατάφερε να επιβληθεί στους αντιπάλους του. Από την εξασθένιση των δυο μεγάλων αυτοκρατοριών επωφελήθηκαν οι Άραβες, που από την Αραβική χερσόνησο ξεκίνησαν την εξάπλωση του Ισλάμ.[118] Έτσι λοιπόν, αφού είχε καταλυθεί το κράτος των Σασσανιδών, ο Άραβας διοικητής της Συρίας Μωαβίας ξεκίνησε μια εκστρατεία κατά της Κωνσταντινούπολης. Στα πλαίσια αυτής της εκστρατείας ο ύπαρχος του Μωαβία, ο Αβουλαβάρ, κατέλαβε τη Ρόδο (περ. 653). Ήταν τότε, που τα κομμάτια του κατεστραμμένου Κολοσσού πουλήθηκαν σε έναν Ιουδαίο έμπορο από την Έδεσσα της Συρίας, που μετέφερε τον χαλκό σε 900 καμήλες.[118][119] Η Ρόδος παρέμεινε στην κυριαρχία των Αράβων ως το 679/680, όταν μετά την αποτυχημένη πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (674-678) οι Άραβες συνθηκολόγησαν με τους Βυζαντινούς. Τότε, πρέπει να ενσωματώθηκε στο ναυτικό θέμα Καραβησιάνων. Το νησί υπέφερε μια ακόμη λεηλασία από τους Άραβες πριν τη νέα πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (717-718), χωρίς να καταληφθεί αυτή τη φορά. Το ίδιο έγινε και στις αρχές του 9ου αιώνα, που λεηλατήθηκε πρώτα από τον χαλίφη των Αββασιδών Χαρούν αλ-Ρασίντ (807) και στη συνέχεια από τον γιο του Αλ-Μαμούν.[118]

Περίπου το 1089, ένας Σελτζούκος Τούρκος πρώην πειρατής, που βρισκόταν στην υπηρεσία των Βυζαντινών, ο Τζαχάς, στράφηκε κατά της αυτοκρατορίας και, με τη Σμύρνη ως αρχικό του ορμητήριο, δημιούργησε ένα ανεξάρτητο κράτος καταλαμβάνοντας νησιά του Ανατολικού Αιγαίου (Λέσβος, Χίος, Σάμος, Ρόδος). Τελικά μια δύναμη υπό τον Μέγα Δούκα Ιωάννη Δούκα, αφού πρώτα τον πολιόρκησε στη Μυτιλήνη κατάφερε να καταστρέψει τον στόλο του (1092). Ίσως ως αποτέλεσμα αυτής της εκστρατείας ή εξαιτίας του θανάτου του Τζαχά, που συνέβη μερικούς μήνες μετά από αυτό το γεγονός, η Ρόδος απελευθερώθηκε.[120]

Από τον 10ο αιώνα η αυτοκρατορία είχε παραχωρήσει πολλά εμπορικά προνόμια σε ναυτικά κράτη των Λατίνων, όπως η Βενετία, η Γένοβα, η Πίζα κ.ά., επιζητώντας τη συμβολή του στόλου τους στους πολέμους της. Τα προνόμια αυτά είχαν τελικά μεγαλύτερο αρνητικό αντίκτυπο παρά θετικό, αφού, αφενός εξουθένωσαν την οικονομία της και αφετέρου επέτρεψαν στους Λατίνους να λειτουργούν ως «κράτος εν κράτει». Και όταν οι Βυζαντινοί αυτοκράτορες προσπάθησαν να ανακαλέσουν τα προνόμια αυτά, οι Λατίνοι (πρωτίστως οι Βενετοί) άρχισαν να λεηλατούν τα νησιά (ανάμεσά τους και τη Ρόδο) για να ασκήσουν πίεση στον εκάστοτε αυτοκράτορα, που τελικά υποχωρούσε. Αξιοσημείωτο γεγονός για τη Ρόδο είναι πως το 1191, ο Άγγλος βασιλιάς Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος και ο Γάλλος βασιλιάς Φίλιππος Αύγουστος στην πορεία τους για τους Αγίους Τόπους σταμάτησαν στο νησί και συγκέντρωσαν τρόφιμα και μισθοφόρους.[121]

Η διείσδυση των Λατίνων στην αυτοκρατορία μοιραία οδήγησε στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης (1204). Δεν είναι ξεκάθαρο αν ήταν επακόλουθο της άλωσης ή αν είχε προηγηθεί αυτής, όμως οι ιστορικές πηγές μαρτυρούν πως η Ρόδος έγινε κέντρο ενός ανεξάρτητου κράτους, που εκτεινόταν και σε κάποια από τα γύρω νησιά. Ηγεμόνας του κράτους αυτού ήταν ο Λέων Γαβαλάς, που χρησιμοποιούσε τον τίτλο «Καίσαρ»· και πάλι δεν είναι ξεκάθαρο αν ο τίτλος του απονεμήθηκε από κάποιον αυτοκράτορα ή αν ο Λέων τον έλαβε μόνος του[σημ. 19]. Τότε ιδρύθηκε στη Ρόδο νομισματοκοπείο - κάτι που δεν επέτρεπαν οι αυτοκράτορες - και κόπηκαν χάλκινα νομίσματα. Ο αυτοκράτορας της Νίκαιας Ιωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης εξαπέλυσε μια εκστρατεία κατά της Ρόδου υπό τον Μέγα Δομέστικο Ανδρόνικο Παλαιολόγο αναγκάζοντας τον Λέοντα να δεχτεί την επικυριαρχία του Βατάτζη, διατηρώντας όμως τον τίτλο του Καίσαρα[σημ. 20]. Τον Αύγουστο του 1234 ο Γαβαλάς έκανε συνθήκη συμμαχίας με τους Βενετούς στην οποία δεσμεύονταν για αμοιβαία υποστηριξη αν δέχονταν επίθεση από τον Βατάτζη. Ωστόσο, όταν ο Ιωάννης Βατάτζης πολιόρκησε ανεπιτυχώς την Κωνσταντινούπολη ο Λέων Γαβαλάς ήταν αρχηγός του στόλου και πολέμησε κατά των Βενετών.[122]

Οι ιστορικοί εκτιμούν πως ο Λέων Γαβαλάς πέθανε περίπου το 1240 και πως τότε τον διαδέχτηκε ο αδελφός του, ο Ιωάννης Γαβαλάς. Ο Ιωάννης Γαβαλάς φαίνεται πως δεν είχε τις τάσεις ανεξαρτησίας του αδελφού του, αφού χρησιμοποιούσε τον τίτλο Αυθέντης της Ρόδου[σημ. 21], ενώ, ενδεχομένως, ο Ιωάννης Γαβαλάς είχε γίνει γαμβρός του αυτοκράτορα[σημ. 22]. Το έτος 1248, ενώ ο Ιωάννης Γαβαλάς πολεμούσε τους Λατίνους με τον στρατό του αυτοκράτορα κοντά στην Νικομήδεια, η πόλη της Ρόδου καταλήφθηκε αιφνιδίως από τους Γενουάτες. Αμέσως, ο αυτοκράτορας απέστειλε στο νησί τον Δούκα των Θρακησίων Ιωάννη Καντακουζηνό, που με λιγοστές δυνάμεις κατέλαβε τα φρούρια της Λίνδου και του Φιλερήμου· και μόλις έλαβε ενισχύσεις άρχισε να πολιορκεί την πρωτεύουσα στην οποία είχαν κλειστεί οι Γενουάτες. Εκτιμάται πως οι Γενουάτες ήταν έτοιμοι να παραδοθούν, όταν κατέφθασε στο νησί ο πρίγκιπας της Αχαΐας Γουλιέλμος Β΄ Βιλλεαρδουίνος αναγκάζοντας τον Καντακουζηνό να λύσει την πολιορκία και να υποχωρήσει στον Φιλέρημο (Μάιος 1249). Ο Βιλλεαρδουίνος κατέληξε σε συμφωνία με τους Γενουάτες, αφήνοντάς τους ενισχύσεις προτού αποχωρήσει. Ο αυτοκράτορας Ιωάννης Γ´ Δούκας Βατάτζης αντέδρασε στέλνοντας τον πρωτοσέβαστο Θεόδωρο Κοντοστέφανο με ενισχύσεις και σαφείς οδηγίες. Με την άφιξή τους, αιφνιδίασαν τους Λατίνους που λεηλατούσαν την ύπαιθρο και τους θανάτωσαν όλους. Οι Γενουάτες παρέμειναν κλεισμένοι στην πόλη, όμως αναγνωρίζοντας πως δε θα άντεχαν σε άλλη πολιορκία αναγκάστηκαν να παραδώσουν την πόλη με αντάλλαγμα την ασφαλή αποχώρησή τους.[123]

Η απελευθέρωση της πόλης της Ρόδου από τους Γενουάτες συμπίπτει, κατά την εκτίμηση των ιστορικών, με τον θάνατο του Ιωάννη Γαβαλά και το τέλος της δυναστείας τους στη Ρόδο (1250). Έκτοτε, η Ρόδος πέρασε υπό την άμεση κυριαρχία των αυτοκρατόρων της Νίκαιας. Μετά την ανακατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τον Μιχαήλ Η´ Παλαιολόγο και την ανασύσταση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας, ο Μιχαήλ παραχώρησε ως ιδιωτικές κτήσεις τη Ρόδο και τη Λέσβο στον αδελφό του Ιωάννη (1261). Από το 1275 έως το 1278 διοικητής της Ρόδου ήταν κάποιος Κριβικιώτης· στα 1278 η Ρόδος και τα γύρω νησιά διοικούνταν από τον Γενουάτη κουρσάρο Τζοβάννι ντε λο Κάβο - εκείνη την περίοδο Σελτζούκοι Τούρκοι από τις απέναντι ακτές κατάφεραν να καταλάβουν ένα μερος της Ρόδου· περί το 1305 ο αυτοκράτορας Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος παραχώρησε τη Ρόδο, την Κάρπαθο και την Κάσο στον Γενουάτη κουρσάρο Αντρέα Μορίσκο και τον αδελφό του Λουντοβίκο ως ανταμοιβή για τις υπηρεσίες τους στις μάχες του αυτοκράτορα κατά των Καταλανών και των Τούρκων. Όμως, ήδη από το 1306 η Κάρπαθος και η Κάσος θα περάσουν στον έλεγχο της Βενετικής οικογένειας Κορνάρο· ο Αντρέα Μορίσκο συνέχισε να μάχεται στο πλευρό των Βυζαντινών ενάντια στους Καταλανούς και τους Βενετούς μέχρι την αιχμαλώτισή του και την εκτέλεσή του στην Κύπρο (1308). Την ίδια περίοδο ένας άλλος Γενουάτης, ο Βινιόλο Βινιόλι έκανε συμφωνία με τους Οσπιτάλιους Ιππότες για την κατάληψη της Ρόδου, που τελικά θα χρειαζόταν αρκετά χρόνια για ολοκληρωθεί (1306-1309).[124]

 
 
 

Comments


Post: Blog2_Post
  • Facebook
  • Twitter
  • LinkedIn

©2021 by Rhodes, Greece. Proudly created with Wix.com

Subscribe Form

Thanks for submitting!

bottom of page